Οι ανήσυχες μέρες του Αυγούστου

Χτες ήταν η μέρα της ομίχλης. Έζωσε το χωριό, άναψε τα τζάκια μέσα στην καρδιά του Αυγούστου, ύγρανε μάτια, δάχτυλα, σακάκια, στοχασμούς. Έκανε αφρόλουτρο ο Θεός με καυτό νερό κι οι ατμοί αγκάλιασαν τις κορυφογραμμές, τα διάσελα, τις ορδές των ελάτων, τα χαμολούλουδα, τα ζωηρά ζουζούνια, τ’ αγριόχορτα και τους γαιοσκώληκες.

Βάδιζε στα τυφλά. Μπήκε ολόκληρη μέσα στα σύννεφα, γέμισε σταγόνες από τα φιλιά τους. Δεν υπάρχει μοναξιά όταν αφήνεσαι να σ’ αρπάξει ο κόσμος, να σε παιδέψει, να σε χαρεί. Δεν υπάρχει θάνατος όταν κάθε στιγμή βιώνεις ξυπνήματα κι αποκοιμίσματα γύρω σου, πλάι σου κι εντός σου. Δεν υπάρχει αδιέξοδο όταν και για το πιο μικρό ανθάκι, κάθε μέρα, ξημερώνει μια άλλη μέρα.

Σήμερα ίππευσε για πρώτη φορά. Κράτα γερά το χαλινάρι και μίλα του γλυκά του Ψαρή. Ίσια το κορμί στην κατηφόρα, τα πέλματα στους αναβατήρες τεντωμένα, όπως όταν ανεβαίνεις μια τσουλήθρα ανάποδα. Οι μηροί κολλημένοι στα πλευρά του αλόγου. Για τροχασμό το χαλινάρι εναλλάξ δεξιά – αριστερά και ελαφριά πίεση των ποδιών στην κοιλιά του αλόγου. Στην ανηφόρα γέρνεις το σώμα προς τα εμπρός, να δώσεις ώθηση. Μη φοβάσαι, δεν πέφτεις.

Και τώρα, Άρτεμη, εσύ και ο στόχος. Στερέωσε το βέλος, δώσε στο τόξο ελαφριά κλίση προς τα πάνω κι αριστερά και τέντωσε τη χορδή κιαλάροντας ταυτόχρονα στο κέντρο. Μην το πολυζορίζεις, απαλά και με τη μία.

Κι όταν βρεις με το ποδήλατο στο δασικό, κράτα το τιμόνι γερά και σταθερά. Πετάλι δυνατά. Φρένο ποτέ απότομα. Απόφευγε τ’ αγκάθια, τις μυτερές πέτρες, τις νωπές λασπουριές. Ν’ ανασηκώνεις το κορμί όταν το πέρασμα είναι πολύ κακοτράχαλο. Στην άσφαλτο να προσέχεις τα καμιόνια τα φορτωμένα κορμούς. Τις ταχύτητες να τις αλλάζεις μία μία σκάλα και με το μαλακό.

Τη νύχτα άναψαν φωτιά στο Κόρπου και έψησαν λουκάνικα και μπριζόλες. Με ντομάτα, πατάτα βραστή, τυρί, ψωμί και μπύρες κάτω από έναν μαγικό ουρανό. Χνάρι αρκούδας, λαγό, σκαντζόχοιρο, κουκουβάγια και αλεπού συνάντησαν στο δρόμο τους. Ο Θοδωρής πήρε το δαυλό και τον εκσφενδόνισε στο διάστημα για να παραστήσει, λέει, το φλεγόμενο μετεωρίτη.

Τους τραγούδησε. Και δεν έλεγε να σταματήσει έτσι όπως την άκουγαν εκστατικοί, άνθρωποι, άνεμοι και ξωτικά.

Φεγγάρι ανέτειλε φτενό με σάρκα από οπάλι

κι έριξε μαύρη πετονιά στου κόσμου την αγκάλη.

Στη μια άκρα είχε για δόλωμα έρωτα σταμναγκάθι,

στην άλλη όλα της αυλής των δυνατών τα πάθη.

Ας ήταν σφιχτοπλέξουδη η πετονιά του σκάλα

σαν αίλουρος να τιναχτώ στα ύψη τα μεγάλα.

Να μη με πιάνει απόγνωση μ’ αυτά που αντικρύζω

όταν στα στενοσόκακα μονάχη σεργιανίζω.

Κι όταν γκρεμίζεται η καρδιά σ’ ολάχνιστο καμίνι

να την καθίζω στο σοφρά σεμνά να τρωγοπίνει.

Γιατί είναι αφρός στη θάλασσα, στην έρημο αντιλόπη

κι όταν τ’ αστέρια αυτοκτονούν σ’ αρχαίο ναό μετόπη.

Δεν έχει αγάπη να κρυφτεί, προσκέφαλο να γείρει

στον άνεμο σκορπίζεται σαν ανεμώνης γύρη.

Τη θέλει ο γιος του λιονταριού μα εκείνη δεν τον θέλει.

Κάλλιο στ’ αλάτι λεύτερη παρά δετή στο μέλι.

Κι αν έρθει εκείνη η στιγμή κι η ώρα η αγιασμένη

που δεν θα υπάρχει τίποτα για να το περιμένει,

δεν λαχταρά κάτι πολύ και δυνατό να γίνει

μόν’ στης λεβάντας τον ανθό δροσοσταλιά να μείνει.

Ελάτη, Αύγουστος 1995, στα λημέρια του Κόζιακα.

Ένας Ερμής μοναδικός…

Ερμής: Ας ξαποστάσουμε λίγο εδώ, Διόνυσε! Πάντα είναι κουραστικά τα ταξίδια για τα μωρά όπως εσύ κι ας είσαι και γιος του Δία! Ουφ, ας στηριχτώ λιγάκι σ’ αυτό το δέντρο. Είσαι και στρουμπουλός και κοψομεσιάστηκα να σε μεταφέρω τόσην ώρα!

Διόνυσος: Ουά, ουά, ουαααααά!

Ερμής: Έλα τώρα, μην κλαις! Σε λίγο φτάνουμε στον Ορχομενό, στη θεία σου την Ινώ και στο θείο σου τον Αθάμαντα, που θα σε φροντίσουν. Στα πούπουλα θα σε μεγαλώσουν!

Διόνυσος: Αγκού, αγκού, φτου!

Ερμής: Καλά, καλά, το ξέρω ότι σου λείπει πολύ η μητέρα σου η Σεμέλη, η όμορφη κόρη του βασιλιά της Θήβας Κάδμου. Μη με γεμίζεις σάλια! Τι να κάνουμε που η θεά  Ήρα είναι τόσο ζηλιάρα; Μόλις μυρίστηκε ότι ο μπερμπάντης ο αντρούλης της αγάπησε τη μαμά σου κι ότι αυτή θα γεννούσε εσένα, της έκανε τη ζωή πατίνι. Εσύ γεννήθηκες πρόωρα κι ο Δίας σ’ έχωσε μέσα στο…μηρό του, για να σε γλυτώσει από βέβαιο χαμό. Τώρα που ξαναγεννήθηκες δυναμωμένος, ανέλαβα εγώ να σε παραδώσω σε καλά χέρια. Κάνε λίγο υπομονή, φτάνουμε!

Διόνυσος: Αααααψού! Ουά ουά!

Ερμής: Μη μου πεις ότι κρυώνεις! Κάτσε να σε σκεπάσω λιγάκι με το μανδύα μου. Όχι, μην κλαψουρίζεις πάλι. Να! Κοίτα, τι ωραίο σταφυλάκι κρατάω στο δεξί χεράκι! Μόλις μεγαλώσεις λίγο, θα το γευθείς και θα ξεχάσεις τη γκρίνια. Τι λέω, μόνο θα το γευθείς; Ξακουστός θεός – προστάτης του αμπελιού, του γλεντιού και του κρασιού θα γίνεις, όλοι στην υγειά σου θα πίνουν! Άντε, πάμε τώρα, αργήσαμε…

Ο Ερμής που κρατάει το μικρό Διόνυσο, είναι ένα από ωραιότερα και πιο γνωστά έργα του περίφημου Αθηναίου γλύπτη Πραξιτέλη. Χρονολογείται στα 330 π.Χ. περίπου (κλασική περίοδος). Βρέθηκε στην αρχαία Ολυμπία, στο χώρο του Ηραίου, ναού αφιερωμένου στη θεά Ήρα. Το υπέροχο αυτό άγαλμα είναι φτιαγμένο από παριανό μάρμαρο και έχει ύψος 2,13 μέτρα. Σήμερα βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ολυμπίας. Το δεξί χέρι του Ερμή λείπει και οι αρχαιολόγοι υποθέτουν ότι ο θεός κρατούσε ένα τσαμπί σταφύλι, που το έδειχνε στο μικρό Διόνυσο, για να τον ευθυμήσει.

Ερωτικό

Να ’χες τα βλέφαρα κλειστά, τα χείλη σκαλοπάτια,
τα σκαλοπάτια ν’ ανεβώ, να σε φιλώ στα μάτια.

Και ν’ αποθέσω στο σοφρά του πιο γλυκού σου ύπνου,
το πρόσφορο και το κρασί του Μυστικού μου Δείπνου.

Να μπω σαν κλέφτης, μάτια μου, στα παραμιλητά σου
και να φυτέψω μια ροδιά για κάθε αποθυμιά σου.

Να μετρηθώ με τον καημό, την αγωνία, τη λήθη
και στης καρδιάς τον αργαλειό να υφάνω παραμύθι,

που να μη λέει για μάγισσες, για δράκους και τελώνια,
μα για σφιχταγκαλιάσματα σ’ ολόλευκα σεντόνια.

Του εγωισμού μου ν’ αρνηθώ το στρουφηχτό κοχύλι
και στο λαιμό σου να δεθώ σα ναυτικού μαντήλι,

για ν’ανασαίνω τ’ άρωμα, το πικραμύγδαλό σου
και να με λογαριάζουνε ολότελα δικό σου.

Στα δόντια να κρατώ σουγιά, να περπατώ στις μύτες,
σε κοντραμπάντο όταν μπλεχτώ μ’ αντάρτες και προφήτες.

Γιατί έχω ανατολίτικο αίμα μες στο κορμί μου,
μ’ από της Δύσης την κλωστή κρεμιέται η ζωή μου.

Ο πίνακας είναι της Έφης Κοκκινάκη

Ερωτικό

Να ’χες τα βλέφαρα κλειστά, τα χείλη σκαλοπάτια,
τα σκαλοπάτια ν’ ανεβώ, να σε φιλώ στα μάτια.

Και ν’ αποθέσω στο σοφρά του πιο γλυκού σου ύπνου,
το πρόσφορο και το κρασί του Μυστικού μου Δείπνου.

Να μπω σαν κλέφτης, μάτια μου, στα παραμιλητά σου
και να φυτέψω μια ροδιά για κάθε αποθυμιά σου.

Να μετρηθώ με τον καημό, την αγωνία, τη λήθη
και στης καρδιάς τον αργαλειό να υφάνω παραμύθι,

που να μη λέει για μάγισσες, για δράκους και τελώνια,
μα για σφιχταγκαλιάσματα σ’ ολόλευκα σεντόνια.

Του εγωισμού μου ν’ αρνηθώ το στρουφηχτό κοχύλι
και στο λαιμό σου να δεθώ σα ναυτικού μαντήλι,

για ν’ανασαίνω τ’ άρωμα, το πικραμύγδαλό σου
και να με λογαριάζουνε ολότελα δικό σου.

Στα δόντια να κρατώ σουγιά, να περπατώ στις μύτες,
σε κοντραμπάντο όταν μπλεχτώ μ’ αντάρτες και προφήτες.

Γιατί έχω ανατολίτικο αίμα μες στο κορμί μου,
μ’ από της Δύσης την κλωστή κρεμιέται η ζωή μου.

 

Ο πίνακας είναι της Έφης Κοκκινάκη

“Ο Αργοναύτης” του Στρατή Μυριβήλη

«…Την άλλη μέρα το μελτέμι φυσούσε δυνατό. Ο ήλιος λαμποκοπούσε μακριά, πάνω στα νερά. Σαν να φτερούγιζαν ξαφνικά, από κύμα σε κύμα, μεγάλα πουλιά με ασημένιες φτερούγες. Το Αιγαίο ξεδιπλωνόταν μαζί και άνθιζε άσπρους αφρούς και κρόσσια. Το μελτέμι σκόρπισε σ’ όλη την επιφάνεια του νερού άσπρα μεταξωτά μαντηλάκια.

Κι η «Φανερωμένη» έφευγε χαρούμενη χορεύοντας και αστράφτοντας μέσα στο φως από τις φρέσκιες μπογιές της, με τα πανιά τέντα. Σήκωσαν από τα πλάγια της κουπαστής και τους μουσαμάδες. Μα πάλι έρχονταν κάθε τόσο δυνατά, δροσερά χτυπήματα από το κύμα, που γέμιζε με τους σπασμένους αφρούς του αέρα. Μοσχοβολούσε φρέσκια η θάλασσα.

Ο Αντρέας χαιρόταν. Ήταν ευτυχισμένος. Ήταν κάτι σαν το μεθύσι αυτή η αίσθηση. Έγλειφε με την άκρη της γλώσσας του τα χείλη και ένιωθε την έντονη γεύση της άρμης στο στόμα του. Να, αυτό ήθελε να νιώθει σε όλη του τη ζωή. Να τρέχει πάνω στη μαβιά θάλασσα, να ακούει τον άνεμο να σκίζεται και να τρέχει στο πρόσωπό του, στα μαλλιά του, στο γιακά του πουκαμίσου του, σαν το δροσερό νερό. Να βλέπει τα μεγάλα πανιά τεντωμένα, να γέρνουν χαριτωμένα από τη μια πλευρά. Και να πιστεύει πως αυτές οι άσπρες φτερούγες είναι φυτρωμένες στους ώμους του. Πως αυτός είναι που τον σηκώνουν πάνω στα κύματα και τον κάνουν να τρέχει μέσα στο βαθύ αυλάκι που οργώνει το πέλαγος….» (σελ. 79).

Υπάρχουν μερικά βιβλία που στη συνείδησή μου έχουν συνδεθεί αναπόσπαστα με το καλοκαίρι. Ίσως επειδή το καλοκαίρι προσφέρεται για ταξιδιάρικες αναγνώσεις. Ίσως επειδή το θέμα τους παραπέμπει με τον τρόπο του σε φευγιό από τα καθιερωμένα και τα καθημερινά. Ίσως επειδή απλά μιλούν για την ακόρεστη δίψα του ανθρώπου να βιώσει την απόλυτη ελευθερία σε όλο της το μεγαλείο και να τραφεί από τους γλυκόπικρους καρπούς της. Σε αυτά τα βιβλία συγκαταλέγω το μυθιστόρημα «Ο Αργοναύτης» του Στρατή Μυριβήλη, ένα από τα δύο παιδικά βιβλία που έγραψε, κυκλοφόρησε το 1936 από τις εκδόσεις Κασταλία και στη συνέχεια από τις εκδόσεις Εστία.

Στην παρούσα έκδοση η φιλόλογος Ανεζίνα Φωτεινού επιχειρεί μία «μεταγλώτισση του έργου στην κοινή νεοελληνική», ώστε να γίνει πιο προσιτό στα σημερινά παιδιά. Έχει σκύψει με μεράκι, αγάπη και σεβασμό επάνω στο πρωτότυπο κείμενο, με αποτέλεσμα αυτό να διαβάζεται απνευστί, διατηρώντας σε μεγάλο βαθμό τη φρεσκάδα, τη γλαφυρότητα και το προσωπικό ύφος του συγγραφέα.

Ο Αντρέας είναι ένας μικρός νησιώτης που στις φλέβες του ρέει αίμα καραβοκύρηδων αλλά η οικογένειά του, χαροκαμένη από τη θάλασσα, ονειρεύεται να τον δει μορφωμένο και γαντζωμένο στη στεριά. «Δασκαλοπαίδι» τον φωνάζουν όλοι στο νησί του, επειδή τα παίρνει τα γράμματα. Αλλά η ψυχή του είναι δοσμένη στο αλμυρό νερό και το μυαλό του κολλημένο στη ζωή και στις περιπέτειες των Αργοναυτών… Η τύχη θα το φέρει έτσι ώστε να βρεθεί μπροστά του η ευκαιρία να επιλέξει μία από τις δύο ρότες: τη στεριανή ή τη θαλασσινή. Η επιλογή του θα τον φέρει αντιμέτωπο όχι μόνο με τη μεγάλο θεριό, τη θάλασσα, αλλά κυρίως με τον ίδιο του τον εαυτό. Και θα τον «βυθίσει» με τρόπο πρωτόγνωρο και για τον αναγνώστη μοναδικό στη χρυσή ωριμότητα.

Ο Στρατής Μυριβήλης προσφέρει σε μικρούς και μεγάλους ένα υπέροχο ανάγνωσμα, όπου αποτυπώνεται γλαφυρά και αγαπητικά μία άλλη νησιωτική Ελλάδα, αυτή που συχνά πυκνά όλο και περισσότεροι νεοέλληνες αναπολούμε, ειδικά όταν βρισκόμαστε για διακοπές μεσούντος του καλοκαιριού στα νησιά μας. Μια Ελλάδα που μπορεί να μη διέθετε οικονομικό πλούτο και τεχνολογικές ανέσεις, αλλά διέθετε σίγουρα περίσσευμα ψυχής, πάθος και ευχαριστία για τη ζωή, ευστροφία, αυθεντικότητα, στιβαρές αξίες και ήθος. Ο νησιώτικος μικρόκοσμος των ηρώων του βιβλίου αστράφτει μαγευτικά σαν λειασμένο από την αλμύρα και τη θερμότητα του ήλιου βότσαλο στη σμαραγδένια ακρογιαλιά της λεξοθάλασσας του Μυριβήλη. Τόσο, που δεν μπορείς να σηκώσεις το βλέμμα από τις κυματιστές αράδες του και το μόνο που θέλεις είναι να γευθείς αχόρταγα το αισθητικό ξεδίψασμα που σου προσφέρουν.

Ο Αντρέας, ως άλλος Ροβινσώνας Κρούσος, θα χρησιμοποιήσει τις γνώσεις, τις παραινέσεις, τις εντυπώσεις, τις συμβουλές και την εμπειρία του βιωματικού μεγαλώματός του μέσα στη φύση και πλάι σε παλαίμαχους βιοπαλαιστές της γης και της θάλασσας, για να επιβιώσει από την περιπέτεια στην οποία τον ρίχνει η απόφασή του να ακολουθήσει τη φωνή της καρδιάς του. Ο Μυριβήλης έχει τη μοναδική ικανότητα να δίνει σάρκα και οστά με το λόγο του στη φύση και τα πλάσματά της, έτσι ώστε διαβάζοντας να τα σκέφτεσαι και να τα νιώθεις συμπρωταγωνιστές στην πλοκή του έργου του, ισάξιους με τους ανθρώπους – ήρωές του. Ακόμη και όταν ο μικρός ναυαγός θα χρειαστεί να αφαιρέσει τη ζωή από κάποια ζώα για να καταφέρει να επιβιώσει, ο τρόπος που αυτές οι δύσκολες στιγμές αποτυπώνονται από το συγγραφέα δεν φοβίζει, δεν προσβάλει, δεν αποπροσανατολίζει τον αναγνώστη. Ούτε εξανεμίζεται η ευαισθησία, ο θαυμασμός και η αγάπη με την οποία περιγράφει το φυσικό περιβάλλον. Αυτό επιτυγχάνεται εν μέρει και με την αριστοτεχνική ένταξη στην εξέλιξη της ιστορίας του Κουρτ, του σκυλιού που σώζει και περιθάλπει ο Αντρέας, για να γίνει στη συνέχεια ο πιστός και αχώριστος σύντροφός του σε όλες του τις περιπέτειες.

Ένα άλλο ενδιαφέρον και γοητευτικό στοιχείο της πλοκής του έργου είναι η δημιουργική σύνδεση της αφήγησης με στοιχεία από τη μυθολογία και την ιστορία, όπου σημαντικότερο ρόλο παίζουν βέβαια η Αργώ και η Αργοναυτική εκστρατεία. Έτσι, το ανάγνωσμα γίνεται εκτός από ψυχαγωγικό και διδακτικό, με την παιδαγωγική σημασία του όρου, προσφέροντας αφορμές να ψάξουν τα παιδιά περισσότερο τη μυθολογία, να τη «φρεσκάρουν» αν ήδη τη γνωρίζουν, ή να μυηθούν σε αυτήν αν όχι.

Η παρούσα έκδοση ευτύχησε να εικονογραφηθεί από το Νικόλα Ανδρικόπουλο. Οι εικόνες του είναι εξαιρετικές, μυρίζουν ελληνικό καλοκαίρι, νησί, ψάρεμα, βουτιά, ταξίδι. Αριστοτεχνική η προσωπογραφία του θαλασσοδαρμένου ναυτικού που σώζει τον Αντρέα, στη σελίδα 153. Χάρμα οφθαλμών, σχεδόν νιώθεις την ορμή και τη δροσιά της, η σκηνή όπου ο Αντρέας βουτά και ξεκολλά την πίννα από το βυθό (κοσμεί και το εξώφυλλο του βιβλίου). Ανάλαφρη και τόσο οικεία η εικόνα της σελ. 55, όπου ο Αντρέας με το φίλο του τον Πετρή και το σκυλί του είναι ξαπλωμένοι στην κουπαστή της μπρατσέρας «Φανερωμένη» και κουβεντιάζουν τα όνειρά τους…

Η παρούσα έκδοση συνοδεύεται από παράρτημα με προτάσεις για ψυχαγωγικές και εκπαιδευτικές δραστηριότητες για μικρά και μεγάλα παιδιά. Ταπεινή μου άποψη είναι ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν απαραίτητο. Αποτελούν χρήσιμο βοήθημα για εκπαιδευτικούς που θα θελήσουν να παρουσιάσουν το έργο αυτό του Μυριβήλη στις τάξεις τους και να το επεξεργαστούν με τους μαθητές τους. Αλλά δεν είναι αυτός ο βασικός στόχος μιας τέτοιας έκδοσης. Βασικός της στόχος είναι η μύηση των παιδιών (και όχι μόνο) στην καλή λογοτεχνία και στην αισθητική απόλαυση που αυτή εγγυάται. Και πιστεύω ότι έχει επιτευχθεί. Στα συν της έκδοσης η επεξήγηση λέξεων από τη ναυτική ορολογία, όπου αυτή απαντάται στο κείμενο, κάτι που βοηθά και διευκολύνει άμεσα τον αναγνώστη να συνεχίσει απρόσκοπτα την ανάγνωση.

Ο Αντρέας μου θύμισε έναν άλλο πολύ αγαπημένο μου νεαρό-λογοτεχνικό ήρωα, με τον οποίο βρίσκω ότι έχουν πολλά κοινά και ότι θα έκαναν τέλεια παρέα, αν μπορούσαν να γνωριστούν: τον εντεκάχρονο Απελλή της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου από το εξαίρετο βιβλίο της «Καναρίνι και μέντα» (Πατάκης, 1996 η πρώτη έκδοση, 2007 η δέκατη ανατύπωση). Διαβάστε τα αμφότερα και θα με θυμηθείτε!

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

«Ο Αργοναύτης» του Στρατή Μυριβήλη έχει γυριστεί και σε τηλεοπτική σειρά το 1989 από την ΕΤ1, σε σκηνοθεσία του Μάνθου Σαντοριναίου.

https://www.retrodb.gr/wiki/index.php/%CE%9F_%CE%91%CF%81%CE%B3%CE%BF%CE%BD%CE%B1%CF%8D%CF%84%CE%B7%CF%82

https://www.youtube.com/watch?v=Gji5wzq3kFQ

https://www.youtube.com/watch?v=lr1REWpph28

Πληροφορίες για τη ζωή και το έργο του Στρατή Μυριβήλη:

http://www.ekebi.gr/frontoffice/portal.asp?cpage=NODE&cnode=461&t=288

Απόσπασμα από το πρωτότυπο έργο: http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/anthology/mythology/browse.html?text_id=314

Στρατή Μυριβήλη, «Ο Αργοναύτης», ελεύθερη απόδοση και επιμέλεια Ανεζίνα Φωτεινού, εικονογράφηση Νικόλας Ανδρικόπουλος, εκδόσεις Σαϊτη, Αθήνα 2016

 

Ιούλιος 2017

Επιστροφή

Το βέλασμα της καλημέρας καταμεσίς του αγρού.
Η τρίλια η δοξαστική κάθε διαβάτη φτερωτού.
Η μυρωδιά η μεθυστική της στολισμένης λυγαριάς.
Το ασημοπράσινο μαντήλι της γειτόνισσας ελιάς.
Μια εξερευνήτρια χελώνα στης νεραϊδόλιμνης την επιδερμίδα.
Ένα κοπάδι από ψαρόπουλα στην υγρή της βλεφαρίδα.
Το μωβ, το μπλε, το θαλασσί, το σμαραγδί, το γαλάζιο, το κυανό.
Το κρινάκι πλάι στο κύμα που με θωρεί, θαρρείς, ζωγραφιστό.
Εσύ που και αποκοιμισμένος ακόμη χαμογελάς.
Το μαυρισμένο μπρατσάκι της πιο λατρεμένης αγκαλιάς.
Όλα είναι εδώ.
Έχω κοντύλι και χαρτί, δημιουργώ,
ζώντας αυτό που ακατάλυτα αγαπώ.
Κι ας επιστρέφουμε αύριο στο Μεγάλο το Χωριό.
Δεν ήρθε η ώρα κι η στιγμή να λυπηθώ.

Ολυμπία

– Που θα πάτε σήμερα;
– Σήμερα το πρόγραμμα έχει Ολυμπία.
– Τι θα πάτε να κάνετε εκεί; Δεν έχει τίποτα.

Ο Κώστας μένει άναυδος. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα, με έκπληκτο ακόμη βλέμμα, απαντά δειλά, συνεσταλμένα:
– Έχει τα αρχαία…
– Α ναι…
Έρχεται η απάντηση, αδιάφορα. Χωρίς καθόλου συναίσθημα. Χωρίς καθόλου ντροπή.

Ο παραπάνω διάλογος είναι αληθινός και διαδραματίστηκε σε κατάστημα, στη Ζαχάρω Ηλείας, με έναν άνθρωπο της ηλικίας μας. Εγώ σοκαρίστηκα τόσο πολύ, που απαντώ σήμερα, μετά από την περιήγησή μας σε έναν από τους ομφαλούς του κόσμου, που -όπως φαίνεται- οι ντόπιοι δεν έχουν συναίσθηση -ακόμη- του τι σημαίνει για τους ίδιους, για τη χώρα μας, για την παγκόσμια κοινότητα…

Οι άνθρωποί μου είναι εκεί.
Κοιτώ τα μάτια τους με τις σβησμένες κόρες
και μ’ αγκαλιάζει ο απαστράπτων εαυτός τους.
Να τους αγγίξω δεν μπορώ
κι όμως το δέρμα μου μυρμηγκιάζει απ’ την αχλή τους.
Στέκουν μυριάδες βήματα μακριά μου
επίμονοι στρατοκόποι, σφριγηλοί ζευγολάτες,
αγέραστοι πολεμιστές και υπομονετικοί αχθοφόροι,
σεμνές ιέρειες και μητέρες γαλακτοτροφούσες.
Κι έτσι τους νιώθω να μοιραίνουν τη ζωή μου.

Οι άνθρωποί μου είναι εκεί.
Σ’ αυτούς ελπίζω.
Σ’ ένα μαρμάρινο χεράκι, μια φτερούγα.
Στο θεϊκό κεφαλοδέσι, στην υδρία.
Σ’ αυτό το στήθος το χαλκέντερο, το ντούρο.

Τα πρόσωπά τους είναι η πάλλευκη ιστορία
που την παράταιρη γενιά μου θυμιατίζει,
μήπως σταθεί κάποτε πάλι στα σωστά της
και καλοβάδιστη υποδεχτεί τον κόσμο.
Με κάνουν ανάερη να ίπταμαι στους δρόμους
που τυφλωμένοι εργοδηγοί κερδοσκοπούνε.
Σταλάζουν κάλλος στην ασύμμετρη ασχήμια
και στερεώνουν κάθε αδύναμη αλήθεια.
Η ακινησία τους, ριζωμένη στους αιώνες,
μια κατακόρυφη αστραπή, πληγή του ερέβους.

Οι άνθρωποί μου είναι εκεί.
Εδώ σπαράζω. 
Κι αν δεν μπορώ να τους αγγίξω, τους κοιτάζω.

 

Λίμνη Καϊάφα

Να κάνουμε το άλμα που θα ντροπιάσει τη φυλακή μας. 
Να φτιάξουμε φωλιές εκεί που λαχταρά η ψυχή μας. 
Κι αν χρειαστεί κρησφύγετα να χτίσουμε, να μη φυλλοροήσουμε. 
Γιατί πάντα υπάρχει μια αιτία για ν’ ανθίσουμε.
Αρκεί τους ζυγούς να λύσουμε…

Ψάχνοντας για Ναϊάδες στα πέριξ της μυστηριώδους λίμνης Καϊάφα, παρατηρούμε τη φύση και ανακαλύπτουμε τον ανεξερεύνητο εαυτό μας.

Επίγραμμα

Εγώ θα αγναντεύω το ταξίδι 
κι εσύ θα δροσίζεσαι απ’ τη ρίζα μου.
Λευκό και κυανό το πεπρωμένο μας.

Μήνυμα στον Βίνσεντ Βαν Γκογκ

Αγαπητέ Βίνσεντ, όποτε ευκαιρήσεις πέρνα και από τη λίμνη Καϊάφα και τα περίχωρα. Είμαι βέβαιη πως θα βρεις πολλά θέματα για τα επόμενα έργα σου. Τα χρώματα είναι σίγουρα της αρεσκείας σου. Τα τοπία μία συνεχής έμπνευση. Ξέρεις εσύ πως να τραβάς την κουρτίνα για να αρχίσει η παρέλαση των αισθημάτων. Κι αν συναντήσεις ανθρώπους ασκεπείς και γρανιτένιους, μη δώσεις λαβή για σχόλια. Έκαστος στο είδος του εξάλλου. Δεν ημερώνεται με τα χαιρετίσματα ο κατηφής και ο ακατέργαστος.

 

Κυπαρισσία

Δυτικά της Εδέμ η φύση αγωνίζεται να επιβιώσει άλλοτε ηχηρά και άλλοτε αθόρυβα. Ένας παππούς κόβει τον σπάνιο κρίνο της ακρογιαλιάς και τον μυρίζει αυτάρεσκα, όπως θα έκανε με τη γαρδένια στο μπαλκόνι του. Μια παρέα με το θηριώδες της τζιπ ποδοπατά χωρίς αιδώ τη συστάδα των κρίνων στις ευαίσθητες και μοναδικές αμμοθίνες για να παρκάρει ακριβώς πλάι στο σημείο που θα απλώσει την πετσέτα της. Ένα πληγωμένο θαλασσοπούλι, ανήμπορο να πετάξει πια, τσιμπολογά ό,τι σκουπίδι μοιάζει με τροφή στην εντυπωσιακή ακτή, προσπαθώντας να ξεγελάσει την ανάγκη του. Και μια συντροφιά από βότσαλα ψιθυρίζει ένα τραγούδι αποχαιρετισμού σε μια άψυχη πλέον πεταλούδα.

Στιγμές από ένα πρωινό μπάνιο στον Κυπαρισσιακό κόλπο. Δεν ξέρω από που να πιαστώ για να μη μελαγχολήσω. Ευτυχώς ακούγεται το γέλιο του Νικηφόρου που τσαλαβουτά τρισευτυχισμένος στα “μεγάλα κύματα”….

Του κρίνου της ακρογιαλιάς

Εδώ που η άμμος λημεριάζει ατημέλητη
και ο Φαέθων ονειρεύεται ένα φλεγόμενο κυανό,
στέκω μονάχο σαν παιδί μπροστά στο μέλλον του.
Με γυροφέρνουν σμήνη πλαστικοθρεμμένων παραθεριστών,
κατακτημένων από τους αστερισμούς του Εφήμερου.
Εισπνέουν ζύθο, αποπνέουν λίπη και έλαια.
Κραδαίνουν τετερίζοντας τα ιλουστρασιόν τους πρόσωπα
μήπως κι αξιωθούν επιτέλους της ρουτίνας την άλωση.
Τους συμπονώ, μα αποστρέφω τη λευκότητά μου από του λόγου τους.
Δεν είναι τρόπαιο η μοναξιά μου αλλά δικαίωμα.
Ένα κρινάκι ελευθερίας στο στερέωμα.

“Κάθε μήνα μ’ ένα συγγραφέα κάνουμε απίθανη παρέα!”

Ετήσιο Πρόγραμμα Φιλαναγνωσίας στο 2ο Νηπιαγωγείο Νέας Σμύρνης, Σχολικό Έτος 2016-17

Το πρόγραμμα αυτό ήταν ένα όνειρο που χρόνια ήθελα να πραγματοποιήσω, αλλά οι συνθήκες δεν ευνοούσαν. Τη φετινή χρονιά μπόρεσε να γίνει επιτέλους πραγματικότητα, αφήνοντας σε όλους όσους συμμετείχαν τις καλύτερες, πιστεύω, εντυπώσεις. Για μένα ήταν ένας μικρός άθλος που επετεύχθη κατά τη διάρκεια μιας πολύ δύσκολης -για προσωπικούς και οικογενειακούς λόγους- χρονιάς. Ήταν όμως και μια συνεχής πηγή θετικής ενέργειας, γιατί ασχολήθηκα με το αντικείμενο που λατρεύω, το παιδικό βιβλίο και τους ανθρώπους του, συγγραφείς, εικονογράφους, εκδότες, στο πλαίσιο όπου αναλώνεται η μισή και πλέον ζωή μου καθημερινά: στο σχολείο.

Με αφορμή συγκεκριμένα έργα των προσκεκλημένων συγγραφέων, παραμύθια, ιστορίες βραχείας φόρμας, βιβλία γνώσεων και δραστηριοτήτων, προσεγγίσαμε στην τάξη δημιουργικά και διαδραστικά θέματα που επεξεργαζόμαστε όλη τη χρονιά στο πλαίσιο των Αναλυτικών Προγραμμάτων Σπουδών του Νηπιαγωγείου, όπως: υγιεινή διατροφή, αναγνώριση και διαχείριση συναισθημάτων, ανακύκλωση και επαναχρησιμοποίηση υλικών, ανθρώπινα δικαιώματα και αξίες ζωής, μαθηματικές έννοιες, διαπολιτισμικότητα, οικογενειακές και φιλικές σχέσεις, ο κύκλος του χρόνου και οι γιορτές, μυθολογία, μουσειακή αγωγή, φυσικές επιστήμες, τέχνες και καλλιτέχνες, κοινωνικοποίηση, ειδικές ανάγκες και δεξιότητες, φαντασία και προσωπική έκφραση.

Τα παιδιά είχαν την ευκαιρία να γνωρίσουν από κοντά τους προσκεκλημένους του προγράμματος όχι μόνο ως συγγραφείς, αλλά και ως ανθρώπους με το δικό του χαρακτήρα, ζωή, ενδιαφέροντα, προσωπική ιστορία ο καθένας και η καθεμιά και να μυηθούν θεωρητικά και βιωματικά στην έννοια και τη διεργασία της φιλοξενίας τους και της συνεργασίας και αλληλεπίδρασης μαζί τους στους οικείους σε αυτά χώρους του σχολείου. Είχαν την ευκαιρία να συμμετάσχουν σε περισσότερες από 100 διαφορετικές δραστηριότητες με αφορμή τα βιβλία τους, να δημιουργήσουν, να χαρούν, να μάθουν, να συγκρίνουν, να αναρωτηθούν, να προβληματιστούν, να σκεφθούν, να αισθανθούν, να μοιραστούν, να εκφραστούν με κάθε τρόπο, να γνωρίσουν καλύτερα τον εαυτό τους και τους συμμαθητές τους, να αναπτυχθούν ολόπλευρα μέσα σε κλίμα αγάπης, χαράς και αποδοχής.

Η μεγάλη κερδισμένη από όλη αυτή τη φιλαναγνωστική περιπέτεια ήταν η Σχέση. Η Σχέση όχι μόνο με το Βιβλίο και τους Ανθρώπους του, αλλά και η σχέση με την Ανάγνωση, τη Γραφή, την Έκφραση, τη Φαντασία. Σχέση Ζωής θα μπορούσα πλέον να πω, τόσο με το άτομο όσο και με την ομάδα. Αισθάνομαι πλήρης, χαρούμενη, περήφανη και αναζωογονημένη κάνοντας τον ετήσιο απολογισμό του προγράμματος, γιατί η κούραση και οι κόποι μου ανταμείφθηκαν με το παραπάνω. Και ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου όλους όσους συνέβαλαν, με κάθε τρόπο, λίγο ή πολύ, θετικά ή (ακόμη και) αρνητικά, στην εκπόνηση του προγράμματος. Το ταξίδι ήταν όμορφο και διδακτικό. Από τα ταξίδια που σε πηγαίνουν παραπέρα, που σε φέρνουν σε επαφή με τον καλύτερο εαυτό σου και αφήνουν το αποτύπωμά τους ανεξίτηλα ευεργετικό μέσα σου. Ένα Ταξίδι Ζωής.

Οι Παιδαγωγικοί Στόχοι του Προγράμματος ήταν:

  1. Η ολόπλευρη κινητοποίηση και ανάπτυξη των νηπίων με τρόπο δημιουργικό και ψυχαγωγικό.
  2. Η καλλιέργεια του ενδιαφέροντος και της αγάπης και το βιβλίο και την ανάγνωση.
  3. Η γνωριμία και η αλληλεπίδραση με μια πλειάδα σημαντικών ανθρώπων της ελληνικής παιδικής λογοτεχνίας, παλαιών και νεότερων.
  4. Η ενθάρρυνση της κοινωνικοποίησης και της συμμετοχής στην ομάδα μέσω της ελεύθερης και ισότιμης προσωπικής έκφρασης και δράσης.
  5. Η ανάδυση και δημιουργική αξιοποίηση «κρυφών ταλέντων» και δεξιοτήτων των νηπίων μέσα από την εμπλοκή τους σε ποικίλες φιλαναγνωστικές δράσεις συμβατές με την ηλικία και τις ανάγκες και δυνατότητές τους.
  6. Η καλλιέργεια της φαντασίας και της δημιουργικής γραφής.
  7. Η άμβλυνση των ιδιαιτεροτήτων και των ατομικών διαφορών και δυσκολιών και η αυθόρμητη και στοχευμένη αντιμετώπισή τους μέσα από τη λειτουργία και επίδραση του βιβλίου, ως εκπαιδευτικού, ψυχαγωγικού και θεραπευτικού εργαλείου.
  8. Η εξοικείωση με το βιβλίο και τη λογοτεχνία ως αυθύπαρκτη και ολοκληρωμένη μορφή τέχνης που ομορφαίνει τη ζωή μας και την κάνει πιο ουσιαστική και απολαυστική.
  9. Η καλλιέργεια της αισθητικής αγωγής και όλων των ειδών νοημοσύνης των νηπίων με προεξάρχουσα τη συναισθηματική.
  10. Η βιωματική εμπλοκή των οικογενειών των νηπίων στο πρόγραμμα με στόχο τη μεγιστοποίηση του οφέλους από τη διενέργειά του και τη διάχυση των αποτελεσμάτων του στο στενό και ευρύτερο οικογενειακό, συγγενικό και φιλικό τους περιβάλλον.

Οι συγγραφείς που επισκέφθηκαν το σχολείο μας είναι κατά χρονολογική σειρά οι εξής:

Εύη Τσιτιρίδου – Χριστοφορίδου (13/10/2016, 20/03/2017, 06/04/2017, 14/06/2017) με τα βιβλία της «Η βασίλισσα καλοφαγού!», εικονογράφηση Λέλα Στρούτση, Παπαδόπουλος, 2016, «Μια βόλτα στα βυζαντινά χρόνια», εικονογράφηση Λέλα Στρούτση, Κέδρος, 2014, «Το αυγό που ράγισε» εικονογράφηση Έφη Κοκκινάκη, Σαϊτης, 2017 και «Ο θησαυρός της Εβίτας» εικονογράφηση Ίρις Σαμαρτζή, Καλέντης, 2016

Γλυκερία Γκρέκου (26/10/2016) με το βιβλίο της «Το θυμωμένο αρκουδάκι», εικονογράφηση Σπύρος Γούσης, Πορτοκάλι, 2007

Τζένη Κουτσοδημητροπούλου (21/11/2016) με το βιβλίο της «Γκαζόζα Α.Α.Α.», εικονογράφηση Φωτεινή Τίκκου, Ελληνοεκδοτική, 2016

Δημήτρης Κάσσαρης (13/12/2016) με το βιβλίο του «Το Χειμωνόσπιτο», εικονογράφηση Βασίλης Παπατσαρούχας, μουσική σύνθεση Νίκος Ξανθούλης, Καλέντης, 2014

Γεωργία Μουντζούρη (26/01/2017) με το βιβλίο της «Ο βασιλιάς των αριθμών», εικονογράφηση Μαρκ Γουαϊνστάιν, Κέδρος, 2016

Ελένη Γεωργοστάθη (09/02/2017) με το βιβλίο της «Το χάρτινο καραβάκι της μαμάς», εικονογράφηση Ελίζα Βαβούρη, Ψυχογιός, 2014

Λότη Πέτροβιτς – Ανδρουτσοπούλου (02/03/2017) με τα βιβλία της «Η νόνα χελώνα και η αρχαία κρυψώνα» (2015), «Τα Χριστούγεννα της Νόνας Χελώνας» (2013), «Το Πάσχα της Νόνας Χελώνας» (2014) σε εικονογράφηση Γιώργου Σγουρού και «Τα παιδιά του Φθινοπώρου» (2000), «Τα παιδιά του Χειμώνα» (1996), «Τα παιδιά της Άνοιξης» (1992), σε εικονογράφηση της ίδιας, Πατάκης

Ιωάννα Μπαμπέτα (30/03/2017) με τα βιβλία της «Λέξη σαν μύγα», εικονογράφηση Μάρω Αλεξάνδρου και «Οι άθλοι του Ηρακλή», εικονογράφηση Θάνος Τσίλης, Μίνωας, 2016

Μάκης Τσίτας (04/05/2017) με το βιβλίο του «Το όνομά μου είναι Δώρα!», εικονογράφηση Ρένια Μεταλληνού, Μίνωας, 2017

Μαριλένα Καββαδά (13/06/2017) με το βιβλίο της «Ο φάρος με τα χίλια μυστικά», εικονογράφηση Αιμιλία Κονταίου, Διάπλους, 2016

 

644 λέξεις

Ήθελα να σου πω για το φεγγάρι που απλώνει το χαλί του στη θάλασσα. Χαλί από κρυσταλλάκια κι αναθήματα βασιλικών τάφων. Ήθελα να σου πω για τη φιδίσια κίνηση του φωτός πάνω στο νερό, που στην πραγματικότητα είναι μια οφθαλμαπάτη. Το νερό κινείται και παρασέρνει το φωτεινό του ριχτάρι. Το φως απλά είναι. Το νερό κινείται. Η ύπαρξη κάνει την κίνηση εφικτή και η κίνηση κάνει την ύπαρξη φθαρτή. Και τα δύο κάνουν τη ζωή και το θάνατο, ζευγάρι αθάνατο.

Ήθελα να σου πω ότι όταν σε πρωτοείδα, αναρωτήθηκα όπως αναρωτιέται το αηδόνι: πως γίνεται να ζει κάποιος χωρίς να τραγουδά; Και μετά ξέχασα την ερώτηση. Ήθελα να σου πω ότι όταν σε ξαναείδα και μου μίλησες, έπαψα ν’ αναρωτιέμαι. Κόπηκα. Κατάλαβα πως εσύ δεν τραγουδάς, γιατί για σένα γράφονται τα τραγούδια. Και μετά ξέχασα την απάντηση. ‘Ετσι ανέβηκα στο Κάστρο και πήρα τα κλειδιά για να ξεκλειδώσω την Ευαγγελίστρια: χωρίς ερώτηση και χωρίς απάντηση. Άγραφη περγαμηνή η ψυχή μου, παρθένος σαν το νεογέννητο. Σαν να καθαρίστηκε από κάθε σημάδι, από κάθε λύπη, κάθε στεναγμό, κάθε θυμό και κάθε θύμηση. Για να έρθεις εσύ να χαράξεις τον καινούργιο κώδικα, τη νέα αρχή, τον έλικα και το μοσχομπίζελο, το παράπονο και την έξαψη. Για να διαβείς το κατώφλι μου σαν ιππότης και σαν πειρατής. Σα ληστής και σαν άγιος. Μ’ όλα σου τα χρώματα και μ’ όλα σου τα σώματα. Αρματωμένος ως τα μάτια και γυμνός σαν πεφταστέρι. Όπως και να είσαι, όπως και να φαίνεσαι. Κι όπως θα ήθελες να είσαι.

Ήθελα να σου πω ότι με δάμασαν τα σαράντα κύματα μέχρι να σε συναντήσω. Ότι ξεπέζεψα από τον εαυτό μου χίλιες φορές και χίλιες φορές δεν το μετάνιωσα. Γιατί κάθε φορά η γη έφτιαχνε λάσπη και άλειφε τις πληγές μου. Και κάθε φορά ένα δελφίνι τιναζόταν και με ράντιζε θαλασσινή αλμύρα. Να καίγεται η πληγή και να δένει σημάδι. Επειδή ήξερε ότι εγώ πληγώθηκα από έρωτα για την αλήθεια. Ξέρεις, καλέ μου, τι είναι της αλήθειας ο έρωτας; Αυτή η ασημένια σκιά, το πετάρισμα στο σπηλιαράκι που φτιάχνει το φρύδι με τα βλέφαρά σου, όταν ανησυχείς και όταν πελαγώνεις. Αυτό το τρέμισμα στην αριστερή σου χούφτα, όταν τα πράγματα σκαλώνουν στα σκοτάδια.

Ήθελα να σου πω ότι τον ήξερα, όπως κι εσύ τον ξέρεις, της αλήθειας τον έρωτα. Κι αυτός με ξέρει, απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη, γιατί αυτός με ζύμωσε. Κόντρα στην κόντρα, με το σκαλίδι και με το λιανοντούφεκο, με τη γραφίδα και με το σουγιά, με το κουπί και με το ονείρεμα, με το όχι και με το ναι, με το ποτέ και με το για πάντα. Ήθελα να σου πω ότι εγώ τον προσκάλεσα να το κάνει. Μπορούσα κι αλλιώς, αλλά ήθελα με αυτόν τον τρόπο. Δυνατά και απόλυτα. Όπως και εσύ.

Ήθελα να σου πω ότι δεν περιμένω πια το θαύμα. Μόνο μικρά, καθημερινά θαύματα, στο μπόι του ανθρώπου. Απ’ αυτά που κάνουν οι γυρολόγοι στις λαϊκές αγορές και τα περιπλανώμενα μπουλούκια στην επαρχία. Απ’ αυτά που πιτσιλάνε τη ζωή ρακόμελο και ώχρα, μοιράζουνε χαμόγελα και γίνονται καπνός στην επόμενη στάση. Απ’ αυτά που όλοι τα περιφρονούνε, μα κανείς ποτέ δεν τα αρνήθηκε. Θαύματα μικρά σαν το λουλούδισμα της βουκαμβίλιας και σαν την αντίσταση του βότσαλου στο αγριεμένο κύμα. Σαν το νεύμα της γιαγιάς που καλημερίζει γνωστούς και αγνώστους στο κεφαλόσκαλο και σαν το δίχτυ του ψαρά που βάφει κίτρινο το τσιμέντο στην προκυμαία. Τέτοια μικροθαύματα. Τόσο αυτονόητα όσο και ανεκτίμητα. Σαν το νερό το δροσερό μετά τον κάματο της μέρας. Σαν το φιλί το τρυφερό μετά το πάλεμα της νύχτας.

Ήθελα κι άλλα να σου πω, αλλά δεν ξέρω αν είναι η ώρα να τ’ ακούσεις. Έτσι κι αλλιώς ο δρόμος είναι ο δικός μας τρόπος. Ή μήπως και ο δικός μας τόπος; Το τελευταίο που θα σου πω πριν σιωπήσω, είναι ότι εκεί που τελειώνει η ευθύνη της τύχης αρχίζει η ευθύνη της θέλησης.

Όνειρα θαλασσινά στου Ιούνη την ποδιά…

Αυτές οι μέρες είναι της θάλασσας. Της βαθιάς, της απέραντης, της οικείας μα και της ανεξερεύνητης. Του κόσμου των νερών και των υγρών αναπνοών. Των μαγευτικών και συχνά αλλόκοτων πλασμάτων των βυθών.  Έχουμε πολλά να πούμε, να σκεφτούμε, να αναρωτηθούμε, να θαυμάσουμε. Έχουμε πολλά για να απορήσουμε και να προβληματιστούμε, να αγανακτήσουμε, να αποφασίσουμε, να δράσουμε και καθόλου να μην αδιαφορήσουμε. Αλλά και να παίξουμε, να γελάσουμε, να δημιουργήσουμε, καινούργιες ιστορίες να φτιάξουμε!

Να οι αφίσες μας! «S.O.S.τε τις ΘΑΛΑΣΣΕΣ!». Διαβάζουμε από το βιβλίο «Εδώ Προνήπιο!» της κυρίας μας τα παράπονα των θαλάσσιων πλασμάτων. Απόβλητα, σκουπίδια, πετρελαιοκηλίδες, υπεραλίευση, ρύπανση, μόλυνση, ευτροφισμός, ζώα που απειλούνται με εξαφάνιση, καταστροφή των ακτών για να χτιστούν τεράστια ξενοδοχεία και να τοποθετηθούν χιλιάδες ομπρέλες και ξαπλώστρες στις αμμουδιές, επειδή οι άνθρωποι δεν χορταίνουν με τίποτα…Κάποια δύστυχα ζώα χάνουν τη ζωή τους, τραυματίζονται, τυφλώνονται, ακρωτηριάζονται. Τι γίνεται, όμως, μετά; Πόσο θα αντέξει η φύση αυτήν την απαράδεκτη συμπεριφορά μας;

Διαβάζουμε πολλά βιβλία σχετικά με τη θάλασσα και τα πλάσματά της. Για παράδειγμα, το «Ωχ χταπόδι, λάθος πόδι!». Ο Γιάννος το χταπόδι, του φίλου μας του Αντώνη Παπαθεοδούλου, είναι φοβερός και ακούραστος δουλευταράς. Κάθε του πόδι και άλλη δουλειά. Αλλά κάποιες φορές μπερδεύει τα μπούτια του, εεε τα πλοκάμια του και κάθε φίλος του τότε γελά. Γιατί ξέρει πως δεν το ήθελε και δεν το παίρνει στα σοβαρά. Αλλά έχει και η κυρία μας μία φίλη χταπόδι, τη Βέρα τη Χταποβίδα, που της την έπλεξε μια καλή της φίλη, η Μαρία…

Ωστόσο η Βέρα η Χταποβίδα

δεν δουλεύει πουθενά.

Τα οκτώ της τα πλοκάμια

που είναι στριφογυριστά,

ούτε λεπτό δεν τα κουράζει.

Τα έχει πάντα αραχτά.

Μόνο τρελούτσικες ιδέες

βιδώνει σ’ όλα τα μυαλά!

– Μπορείτε να σκεφτείτε και να μου πείτε μερικές;

– Τρελούτσικες ιδέες σαν κι αυτές που θες,

εμείς, καλέ κυρία, έχουμε πολλές!

– Να πηγαίνουν σχολείο ο μπαμπάς κι η μαμά

κι εγώ να ξαπλώνω χαλαρά τα πρωινά.

– Να κοιμάμαι όσο θέλω όλα τα πρωινά

και στην ώρα μου πάλι να είμαι στη δουλειά!

– Όταν πάω σχολείο να κοιμάμαι στο μάθημα

και να ξυπνάω μόνο για να παίζω στο διάλειμμα.

Κι η κυρία να φωνάζει «Έλα Γιώργο, Έλα Γιώργο,

κάνε μας ξανά τον μεγάλο υπναρά!».

– Να πάω ένα πρωί στη δουλειά του μπαμπά

να τους πάρω όλους από τα γραφεία ξαφνικά

και να πάμε για κούνιες στην παιδική χαρά!

– Να κοιμάμαι τη μέρα, να είμαι ξύπνιος το βράδυ,

να κάνω ποδήλατο κάτω απ’ τ’ αστέρια

και ν’ αφήνω που και που το τιμόνι απ’ τα χέρια.

– Να πίνω το γάλα μου για μεσημεριανό,

για μεσημεριανό να τρώω το πρωινό

και να ψαρεύω τσούχτρες για να φάω βραδινό.

– Στου σχολείου την αυλή αντί χορτάρια

να φυτρώνουν διάφορα πολύχρωμα ψάρια!

– Να περπατώ στους δρόμους μόνο με το βρακί

και να καταβρέχομαι στη ζέστη την πολλή!

– Αντί για κουλούρι και χυμό στο πρωινό

να τρώω κάθε μέρα τρεις μπάλες παγωτό.

– Να γίνουν μωράκια ο μπαμπάς κι η μαμά

κι εγώ να ’μαι μεγάλη, σα μαμά και γιαγιά!

– Θα σας πω και εγώ μια τρελούτσικη ιδέα

που όταν νιώθω μοναξιά, μου κάνει παρέα:

Να γινόταν η θάλασσα, λέει, στεριά

κι η στεριά αυτή να έβγαζε, λέει, φτερά.

Να μας είχε στην πλάτη της μεγάλους, παιδιά,

να πετούσαμε αντάμα ψηλά, πιο ψηλά,

σε μια γη ζαφειρένια σαν πλατιά αγκαλιά,

δίχως πόνο και δάκρυ, μοναχά με χαρά…

– Ξύπνα τώρα, κυρία, το κουδούνι χτυπά.

Συνεχίζουμε τ’ όνειρο όταν μπούμε ξανά…

Εκεί ψηλά στον Υμηττό…

Μερικές φορές οι λέξεις θέλουν να ξεκουραστούν. Τότε αναλαμβάνουν τα μάτια. Ένα συνηθισμένο απόγευμα στο αισθητικό δάσος του Υμηττού μπορεί να σου αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο βλέπεις τα πράγματα. Φτάνει να εστιάσεις με το φακό της φωτογραφικής μηχανής στα μικρά, τα ταπεινά, σ’ αυτά που εκ πρώτης όψεως δεν σου γεμίζουν το μάτι. Αυτά που ο πολύς ο κόσμος αντιμετωπίζει ως δεδομένα και αυτονόητα. Είναι δεδομένη και αυτονόητη η φύση και η ζωή; Είναι δεδομένη και αυτονόητη η “άγρια”, η ελεύθερη ζωή;

Αυτή η βόλτα είχε πολλή σιωπή, αλλά ο λόγος έτρεχε σαν ποτάμι. Γιατί “Εν αρχή ην ο λόγος”. Η ομορφιά, η συμμετρία, η αντίθεση, η συμβίωση, η αρμονία. Ο λόγος της ύπαρξής μας…